- Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015
- Γράφτηκε από τον/την Σοφία Λυκίδου
ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
1η περίοδος: από τη σύσταση του κράτους μέχρι την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1831-1880)
2η περίοδος: από την προσάρτηση της Θεσσαλίας έως την προσέλευση των προσφύγων (1880-1922)
3η περίοδος: από την προσέλευση των προσφύγων έως το τέλος των πολέμων (1922-1950)
4η περίοδος:από το 1950 έως την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση
5η περίοδος: από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως σήμερα
1η Περίοδος: Το αγροτικό πρόβλημα
Οι έγγειες σχέσεις ήταν οι εξής:
α. εθνικές γαίες ή εθνικά κτήματα: αγροτικές εκτάσεις που ανήκαν στο οθωμανικό κράτος, σε μουσουλμάνους ιδιώτες που εγκατέλειψαν τις ιδιοκτησίες τους, ή σε μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα και οι οποίες αυτόματα περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο.
β. μεγάλες ιδιοκτησίες (τσιφλίκια): τούρκικες ιδιοκτησίες που πουλήθηκαν σε έλληνες
γ. εκκλησιαστικά κτήματα (πρώην βακούφια):
Την επαύριο της Επανάστασης, το ελληνικό κράτος κατείχε το 35% της γεωργικής γης. Τις γαίες αυτές ενοικίαζε στους καλλιεργητές, από τους οποίους αξίωνε να καταβάλλουν το 25% του προϊόντος τους.
Η κατάσταση αυτή δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια στους κόλπους του λαού, ο οποίος ζητούσε από τις εκάστοτε κυβερνήσεις την παραχώρηση γεωργικής γης στους ακτήμονες από τις εθνικές γαίες. Έτσι δημιουργείται το λεγόμενο «αγροτικό πρόβλημα», το οποίο απασχόλησε την ελληνική κοινωνία όλο το 19ο αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού.
Τόσο το Σύνταγμα του 1844 όσο και του 1864 ανέφεραν την κρατική πρόθεση για διανομή της γης. Το ζήτημα της διανομής των εθνικών γαιών παρέμενε σε εκκρεμότητα έως το 1871.
1η Αγροτική μεταρρύθμιση
Διανεμήθηκαν 357.217 κλήρους.
Το Κράτος ευνόησε το σχηματισμό της μικρής οικογενειακής γεωργικής εκμετάλλευσης.
Αλλαγές στο καλλιεργητικό σύστημα της εποχής (εντατικά συστήματα παραγωγής).
Την εποχή εκείνη, η μεγάλη ζήτηση της σταφίδας από την ευρωπαϊκή αγορά στρέφει τους μικροϊδιοκτήτες μαζικά προς την αμπελοκαλλιέργεια. Μια συγκυρία της εποχής, η καταστροφή των γαλλικών αμπελώνων στα τέλη του 19ου αιώνα από φυλλοξήρα, αύξησε υπέρμετρα τη ζήτηση της πελοποννησιακής σταφίδας και προκάλεσε κατακόρυφη άνοδο των τιμών.
Όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1890 οι γαλλικοί αμπελώνες επανεγκαθίστανται, η προσφορά σταφίδας στην ευρωπαϊκή αγορά αυξάνεται, με αποτέλεσμα η τιμή της να μειώνεται σημαντικά από έτος σε έτος. Έτσι δημιουργήθηκε η γνωστή «σταφιδική κρίση», η οποία διήρκεσε έως τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, και υποκίνησε μεταναστευτικά ρεύματα, προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Το μεταναστευτικό αυτό ρεύμα ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και πήρε πολύ μεγάλες διαστάσεις τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου.
2η Περίοδος (1880-1922): Έξαρση του αγροτικού προβλήματος
Με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, το αγροτικό πρόβλημα της χώρας διογκώθηκε ακόμη περισσότερο, λόγω των μεγάλων πεδιάδων των περιοχών, όπου κυριαρχούσαν τα τσιφλίκια.
Στις περιοχές όπου κυριαρχούσε η μεγάλη ιδιοκτησία, κύρια καλλιέργεια ήταν η σιτοκαλλιέργεια, γεγονός που καθιστούσε τις περιοχές αυτές το σιτοβολώνα της χώρας.
Με άλλα λόγια μπορούμε να πούμε ότι στη βόρεια Ελλάδα κυριαρχούσε η μεγάλη ιδιοκτησία και οι εκτατικές καλλιέργειες, ενώ στη νότια Ελλάδα κυριαρχούσε η μικρή ιδιοκτησία και οι εντατικές καλλιέργειες. Και οι δύο περιοχές της χώρας ήταν το ίδιο σημαντικές για την οικονομία της, διότι τα μεν βόρεια διαμερίσματα εξασφάλιζαν το σιτάρι στη χώρα (άρα μείωση των εισαγωγών), τα δε νότια διαμερίσματα εξασφάλιζαν συνάλλαγμα για τη χώρα μέσω των εξαγωγών.
Η αγροτική κοινωνία στις «νέες χώρες»
Η αγροτική κοινωνία των αρχών του εικοστού αιώνα στις «νέες χώρες» ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στα «τσιφλικοχώρια», που κατοικούνταν από κολίγους[1] και τα «ελευθεροχώρια», που κατοικούνταν από μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές.
Οι διαφορές μεταξύ νότιας και βόρειας Ελλάδας σε ό,τι αφορά την κοινωνική οργάνωση ήταν σημαντικές: στα βόρεια διαμερίσματα το ήμισυ περίπου του πληθυσμού ήταν κολίγοι και οι υπόλοιποι μικροϊδιοκτήτες, ενώ στη νότια Ελλάδα η πλειοψηφία ήταν μικροϊδιοκτήτες και οι κολίγοι δεν ξεπερνούσαν το 10-15% του αγροτικού πληθυσμού.
Η κατάσταση της μάζας των άκληρων καλλιεργητών, των κολίγων, χειροτέρευε. Ενώ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν κατοχυρωμένο το δικαίωμα της απαγόρευσης εκδίωξής τους από το τσιφλίκι, με την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος το δικαίωμα αυτό καταργήθηκε. Το νέο δίκαιο αναγνώριζε αποκλειστικά σχέσεις ιδιοκτήτη-ενοικιαστή ανάμεσα στον τσιφλικά και τον κολίγο, χωρίς κανένα δικαίωμα για τον δεύτερο, που πρακτικά σήμαινε ότι ο τσιφλικάς είχε κάθε δικαίωμα να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του με τον κολίγο.
Από την άλλη πλευρά, η βαρύτερη φορολογία, και η καταχρέωση των αγροτών, λόγω των τοκογλυφικών όρων δανειοδότησής τους (κυρίως από τους τσιφλικάδες), δημιούργησαν μεγάλη δυσαρέσκεια στους κόλπους των αγροτών, οι οποίοι άρχισαν να διαμαρτύρονται και να αγωνίζονται για δίκαιη διανομή της γης. Οι αγώνες αυτοί εντάθηκαν ακόμη περισσότερο με τη δολοφονία του Μάριου Αντύπα το 1907, ενός εκ των ηγετών των αγροτών, και κατέληξαν στην αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στο Κιλελέρ το 1910. Η κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς λόγω της προσέλευσης προσφύγων κατά τους βαλκανικούς πολέμους από την Ανατολική Ρωμυλία (που προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία) και τη Σερβία (Στενήμαχο). Υπολογίζεται ότι μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων κατέφθασαν στην Ελλάδα πάνω από 130.000 πρόσφυγες.
Η ιδιαίτερα πιεστική κατάσταση οδήγησε την κυβέρνηση Βενιζέλου να προχωρήσει το 1917 στην ψήφιση νόμου για αγροτική μεταρρύθμιση, νόμου δηλαδή που κατοχυρώνει το δικαίωμα του κράτους να προβαίνει σε απαλλοτριώσεις, με αποζημιώσεις προς τους ιδιοκτήτες, για το κοινό όφελος των πολιτών.
3η Περίοδος (1922-1950): 2η Αγροτική Μεταρρύθμιση
Μετά τη μικρασιακή καταστροφή, με τη Συνθήκη της Λωζάνης αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών.
Στην Ελλάδα έφθασαν ενάμισυ περίπου εκατομμύριο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη και η αναλογία μεταξύ προσφύγων που κατέφθαναν και τούρκων που αποχωρούσαν ήταν τρία προς ένα. Η μάζα των προσφύγων προσανατολίστηκε από το Κράτος προς τη βόρεια Ελλάδα, εκεί που απελευθερώθηκαν εκτάσεις μετά την αποχώρηση των τούρκων.
Η μαζική προσέλευση των προσφύγων έφερε το ελληνικό κράτος αντιμέτωπο με την επιτακτική ανάγκη αποκατάστασής τους. Η αναγκαιότητα αυτή οδήγησε την κυβέρνηση Πλαστήρα στην επίσπευση της αγροτικής μεταρρύθμισης (που ψηφίστηκε το 1917) μέσω της ψήφισης του νόμου της 14ης Φεβρουαρίου 1923 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων προς γεωργικήν αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών ή προς εγκατάστασιν προσφύγων, ομογενών και μη».
Η αγροτική μεταρρύθμιση της Ελλάδας θεωρείται η σημαντικότερη μεταρρύθμιση μεταξύ των χωρών της Ευρώπης, δεδομένου ότι εφαρμόστηκε σε όλη τη χώρα και αφορούσε το σύνολο των οικογενειών των ακτημόνων. Πράγματι, το ποσοστό της γεωργικής γης στην Ελλάδα που διανεμήθηκε έφτανε το ήμισυ περίπου (49,8%) του συνόλου της γεωργικής γης, ενώ στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αντιπροσώπευε πολύ χαμηλότερα ποσοστά.
Η αγροτική κοινωνία μετά τη 2η αγροτική μεταρρύθμιση
Η ελληνική αγροτική κοινωνία κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930 βίωσε μια τεράστια αναστάτωση. Αυτή οφειλόταν από τη μια μεριά, στην προσέλευση της μεγάλης μάζας των προσφύγων. Η συρροή τόσων προσφύγων δημιούργησε τεράστια προβλήματα εγκατάστασης και αφομοίωσής τους από τις τοπικές γηγενείς αγροτικές κοινωνίες. Αρχικά οι γηγενείς τους αντιμετώπισαν εχθρικά, ως διεκδικητές της γης τους, εχθρότητα που σε πολλές περιοχές κράτησε για αρκετές δεκαετίες.
Από την άλλη πλευρά, με την αγροτική μεταρρύθμιση καταργήθηκαν οι προηγούμενες δομές της γαιοκτησίας και εγκαταστάθηκαν νέες. Οι μεγάλες γαιοκτησίες κατακερματίστηκαν σε όλη την επικράτεια της χώρας και δημιουργήθηκε ένας τεράστιος αριθμός μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Καταργήθηκαν όλες οι προηγούμενες μορφές κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης και κυριάρχησε η μορφή της μικρής οικογενειακής γεωργίας, η οποία επικρατεί έως και τις μέρες μας.
Μετά την αγροτική μεταρρύθμιση επήλθε μια εντυπωσιακή ομοιομορφία του αγροτικού κόσμου στην ελληνική ύπαιθρο, δεδομένου ότι όλες οι αγροτικές οικογένειες (σε επίπεδο περιοχής) κατείχαν πλέον την ίδια περίπου έκταση γεωργικής γης. Έτσι παύουν πλέον οι αναστατώσεις των προηγούμενων δεκαετιών που είχαν ως κύρια αιτία τη μεγάλη ανισότητα που υπήρχε στην ύπαιθρο, εξ? αιτίας των τσιφλικιών.
Η Ελλάδα μετά την αγροτική μεταρρύθμιση παρέμεινε χώρα αγροτική, το 60% του ενεργού πληθυσμού ασχολούνταν με τη γεωργία και το σύνολο σχεδόν των αγροτών ήταν μικροϊδιοκτήτες.
Οι μικροϊδιοκτήτες γεωργοί, λόγω της πολύ μικρής έκτασης που κατείχαν, αναγκάστηκαν να στραφούν προς εντατικές καλλιέργειες. με κύριες την καλλιέργεια του καπνού και του βαμβακιού.
Στη διάρκεια της εποχής αυτής αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το φαινόμενο της τοκογλυφίας, το οποίο προϋπήρχε και ασκούνταν κατά κύριο λόγο από τους μεγαλογαιοκτήμονες. Το ελληνικό Κράτος, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, ίδρυσε την «Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος» το 1929. Η ΑΤΕ δανειοδοτούσε τους αγρότες μόνο μέσω των τοπικών αγροτικών συνεταιρισμών, γεγονός που οδήγησε το σύνολο σχεδόν των αγροτών να συνεταιρισθούν. Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός των συνεταιρισμών στη χώρα αυξήθηκε ταχύτατα.
Το 1933 το 83% των αγροτών ήταν χρεωμένοι στην ΑΤΕ. Η τότε κυβέρνηση προκειμένου να ελαφρύνει την κατάσταση κατάργησε τους οφειλόμενους τόκους, μείωσε το επιτόκιο δανεισμού στο 3% και ψήφισε νόμο σύμφωνα με τον οποίο το χρέος του αγρότη καταργούνταν αυτόματα κατά το τμήμα που υπερέβαινε το 60% της περιουσίας του.
Το διάστημα αυτό οι φορολογικές επιβαρύνσεις των αγροτών αυξήθηκαν και αποτέλεσαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σημαντικό ζήτημα για την αγροτική κοινότητα. Οι έλληνες αγρότες με κατά κεφαλήν εισόδημα 7 φορές μικρότερο από εκείνο των κατοίκων των πόλεων, υπόκεινται σε συντελεστή άμεσης φορολογίας 2,4 φορές ανώτερο από εκείνο των αστικών εισοδημάτων. Η ανισότητα αυτή συνέβαλλε στη μεταβίβαση οικονομικών πόρων από την αγροτική κοινωνία στον αστικό ιστό. Με αυτή τη μέθοδο, που ενίσχυε τη φορολογική ανισότητα και επομένως μία μεγάλη αδικία στον ελληνικό χώρο, ο αστικός πληθυσμός πλήρωνε φόρο μέχρι 12% επί του καθαρού εισοδήματός του, ενώ οι αγροτικοί φόροι έφταναν μέχρι και το 50% του καθαρού εισοδήματος των γεωργών (Μαλκίδης σελ. 108).
Μετά την αγροτική μεταρρύθμιση η ελληνική αγροτική κοινωνία με βάση την οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της και να αναπτυχθεί στηριζόμενη στη μικρή γαιοκτησία. Η Πολιτεία αρχίζει και εφαρμόζει μια συγκεκριμένη αγροτική πολιτική ανάπτυξης προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες παραγωγής του αγροτικού τομέα: τιμές ασφαλείας στα δημητριακά, αποξηραντικά έργα (Αξιού, Στρυμόνα, λίμνης Κωπαϊδας), κατασκευή δικτύων άρδευσης, οδικών δικτύων, δημόσιων κτιρίων κλπ., και όλα δείχνουν πως η γεωργία εξελίσσεται σε ένα σημαντικό τομέα της οικονομίας της χώρας. Δυστυχώς όμως, ακολούθησε άλλη μια δεκαετία πολέμων, αρχικά ο 2ος Παγκόσμιος πόλεμος και στη συνέχεια ο εμφύλιος, στη διάρκεια των οποίων τελμάτωσε η αγροτική παραγωγή και η αγροτική κοινωνία πολώθηκε.
Μορφές κοινωνικο ? οικονομικής οργάνωσης στον
αγροτικό χώρο στις αρχές του 20ου αιώνα
στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο υπήρχαν τέσσερις κύριες μορφές οργάνωσης
Το τσιφλίκι
Το τσιφλίκι συναντιόνταν κατά κύριο λόγο στις πεδιάδες. Ήταν μια σύνθετη οικονομική μονάδα που περιελάμβανε από τη μια μεριά τον τσιφλικά, ιδιοκτήτη μιας μεγάλης έκτασης, και από την άλλη μεριά τους κολίγους. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο καθορίζονταν ως εξής: κατά την παραγωγική διαδικασία ο τσιφλικάς παρείχε τη γη και τα μέσα παραγωγής (ζώα εργασίας, εργαλεία, σπόρους κλπ) και οι κολίγοι την εργασία. Ο τρόπος αμοιβής των κολίγων ήταν ποικίλος και άλλαζε από περιοχή σε περιοχή και από εποχή σε εποχή: μπορεί να ήταν ένα ποσοστό επί της παραγωγής, ή η παροχή ενός κομματιού γης για προσωπική χρήση, ενώ σε ορισμένες περιοχές ο τσιφλικάς ενοικίαζε τη γεωργική του γη στους κολίγους. Οι κολίγοι συνήθως διέμεναν σε οικισμούς που κατασκεύαζε ο τσιφλικάς.
Ο τσιφλικάς καθόριζε το είδος των καλλιεργειών και τους τρόπους καλλιέργειας και ρύθμιζε την αμειψισπορά.. Σε γενικές γραμμές πάντως, τα τσιφλίκια ήταν στραμμένα στη σιτοκαλλιέργεια. Κάθε χρόνο ο τσιφλικάς άφηνε ένα κομμάτι γης σε αγρανάπαυση, το οποίο ενοικίαζε στους νομάδες κτηνοτρόφους για το ξεχειμώνιασμα των κοπαδιών τους, τα γνωστά χειμαδιά. Είχε κάθε συμφέρον να το κάνει, διότι: α) είχε σημαντικά έσοδα από την ενοικίαση, β) εξασφάλιζε τη φυσική λίπανση του εδάφους, γ) ούτως ή άλλως θα άφηνε κάποια έκταση σε αγρανάπαυση προκειμένου να συντηρήσει τη γονιμότητα του εδάφους.
Οι κολίγοι από τη μεριά τους ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες: το επίπεδο διαβίωσής τους ήταν πολύ χαμηλό, το μορφωτικό τους επίπεδο σχεδόν ανύπαρκτο, οι ασθένειες και η παιδική θνησιμότητα μαίνονταν και ζούσαν κάτω από την οικονομική και κοινωνική εξουσία του τσιφλικά.. Γι? αυτό αποτελούσαν την κατώτερη κοινωνική τάξη της εποχής.
Το τσελιγκάτο
Το τσελιγκάτο αποτελούνταν από νομάδες κτηνοτρόφους μικρών ζώων (πρόβατα, αίγες). Ήταν ένας ιδιόμορφος συνεταιρισμός μεταξύ τους, που συγκέντρωνε πολλές οικογένειες, όχι απαραίτητα συγγενικές μεταξύ τους. Οι «συνεταίροι» ή αλλιώς σμίχτες, έθεταν στο συνεταιρισμό ως κεφάλαιο το κοπάδι τους και την προσωπική τους εργασία, καθώς και των μελών της οικογένειάς τους.
Ο αρχηγός του τσελιγκάτου, ο αρχιτσέλιγκας, ήταν αιρετός και είχε ποικίλες αρμοδιότητες: ήταν ο εκπρόσωπος του τσελιγκάτου στον έξω κόσμο, δηλαδή τη διοίκηση, τους εμπόρους, τους τσιφλικάδες για την ενοικίαση των χειμαδιών κλπ, και συντονιστής της συλλογικής εργασίας. Στο τέλος της χρονιάς οι σμίχτες συνέρχονταν σε γενική συνέλευση και προέβαιναν στη μοιρασιά του συνολικού εισοδήματος, ανάλογα με το μέγεθος του κάθε κοπαδιού και της εργασίας που είχε συνεισφέρει η κάθε οικογένεια.
Το τσελιγκάτο μετακινούνταν εποχικά, ανάλογα με τις ανάγκες των ζώων: το καλοκαίρι στα βουνά και το χειμώνα στις πεδιάδες. Οι θερινοί βοσκότοποι (βουνά) ήταν δημόσιοι, όμως οι χειμερινοί βρίσκονταν στις πεδιάδες και ήταν ιδιοκτησίες των τσιφλικάδων. Τους χειμερινούς βοσκότοπους, τα χειμαδιά, τους εξασφάλιζαν με ενοικίαση από τους τσιφλικάδες και γι? αυτό οι σχέσεις μεταξύ τσιφλικιού και τσελιγκάτου ήταν πάρα πολύ στενές.
Η αυτάρκεια του τσελιγκάτου ήταν σημαντική και οι επαφές του με τον έξω κόσμο ελάχιστες: περιορίζονταν στην προμήθεια κάποιων απαραίτητων ειδών διατροφής, όπως το αλεύρι, το οποίο προμηθεύονταν από τους χωρικούς των περιχώρων στη βάση της ανταλλαγής. Το κύριο εμπορευματικό τους προϊόν ήταν το μαλλί και το κρέας.
Παρόντες από αμνημονεύτων χρόνων στη βαλκανική χερσόνησο, ήταν προσηλωμένοι, λόγω συνθηκών ζωής και εργασίας σε πατρογονικές παραδόσεις και νοοτροπίες που τους διαφοροποιούσαν έντονα από τους άλλους χωρικούς και τους έφερναν πλησιέστερα προς τους ναυτικούς, αυτούς τους «νομάδες της θάλασσας». Άλλωστε, μια από τις κυριότερες δραστηριότητες που αυτοί οι «ναυτικοί της στεριάς» άσκησαν ανέκαθεν παράλληλα με την κτηνοτροφία, είναι η μεταφορά ανθρώπων και αγαθών μέσα από εξαιρετικά κακοτράχηλα εδάφη, απρόσιτα στους κοινούς κατοίκους των πόλεων ή της υπαίθρου.
Την εθνολογική διάδοση του τσελιγκάτου, που ήταν παρόν σε όλες τις ορεινές περιοχές των Βαλκανίων, εκπροσωπούσαν κατά βάση τρεις ομάδες: οι έλληνες Σαρακατσάνοι, οι Αρομούνοι (Κουτσόβλαχοι) και οι Καραγκούνηδες (Αρβανιτόβλαχοι)
Η πατριά ή ζάντρουγκα
Πρόκειται για σχηματισμό όπου πολλά άτομα, μέλη της ίδιας ευρύτερης οικογένειας, ζούσαν μαζί, είτε κάτω από την ίδια στέγη, είτε σε γειτονικά σπίτια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ένας ιδιόμορφος συνεταιρισμός οικογενειών συγγενών μεταξύ τους. Υπήρχε κοινοκτημοσύνη, δηλαδή η γη και όλα τα περιουσιακά στοιχεία ανήκαν εξ? αδιαιρέτου σε όλα τα μέλη της πατριάς, και συλλογικότητα στην εργασία. Όλα τα μέλη υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του αρχηγού, του πατριάρχη, που ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία ή ο ικανότερος. Το μέγεθος της πατριάς έφτανε μέχρι και πενήντα ή εξήντα άτομα, και όταν μεγάλωνε ιδιαίτερα, ένα κομμάτι αποκόπτονταν παίρνοντας ένα μέρος από τα περιουσιακά στοιχεία και σχημάτιζε μια νέα πατριά.
Η πατριά ήταν μια εντελώς αυτάρκης και αυτοκαταναλωτική μονάδα, διότι συνδύαζε τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την οικιακή βιοτεχνία. Γι? αυτό και οι σχέσεις της με τον έξω κόσμο και την εκχρηματισμένη οικονομία ήταν, όπως και στην περίπτωση του τσελιγκάτου, περιορισμένες και περιστασιακές.
Μορφή ιδιαίτερα διαδεδομένη στα βορειο-δυτικά βαλκάνια, η γεωγραφική της διάδοση στον ελλαδικό χώρο εντοπιζόταν κυρίως στα ορεινά της δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας.
Η μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση ή χωρική οικογένεια
Είναι οι ανεξάρτητες οικογένειες μικροϊδιοκτητών καλλιεργητών, οι οποίες κατείχαν μια μικρή γεωργική έκταση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν μια μικρογραφία της πατριάς. Διέφερε από την κολιγική οικογένεια ή την οικογένεια του σμίχτη στο ότι διέθετε ιδιοκτησία γης και ήταν ανεξάρτητη (δεν υπαγόταν δηλαδή σε κάποιο τσιφλίκι, τσελιγκάτο ή πατριά) .
Η χωρική οικογένεια είχε κατεύθυνση γεωργο-κτηνοτροφική, ασχολιόταν δηλαδή παράλληλα και με τη γεωργία και με την κτηνοτροφία, το εργατικό της δυναμικό ήταν αποκλειστικά οικογενειακό και περιορισμένο και γι? αυτό το λόγο δεν είχε σημαντικές δυνατότητες για εντατικοποίηση της παραγωγής.
Εφάρμοζε πολυκαλλιεργητικό σύστημα προκειμένου να ανταποκριθεί στον αυτοκαταναλωτικό της χαρακτήρα και παράλληλα είχε στενές σχέσεις με την αγορά, όπου διέθετε ένα μέρος της γεωργικής της παραγωγής (αυτό που περίσσευε μετά την ικανοποίηση των αναγκών της οικογένειας, όπως π.χ. σιτάρι, καλαμπόκι, σουσάμι, λάδι, ζώα κλπ), ενώ τουλάχιστο μία καλλιέργεια ήταν εμπορευματική (προοριζόταν δηλαδή για την αγορά), όπως π.χ. αμπέλι, μετάξι κλπ.
Το γεγονός ότι ήταν στραμμένη στην αγορά, σε συνδυασμό με το ότι δεν είχε το συλλογικό χαρακτήρα των δύο προηγούμενων μορφών (τσελιγκάτο, πατριά) έκανε το σχηματισμό ασταθή και εξαιρετικά εύθραυστο. Ήταν ημιαυτάρκης μορφή, εξαρτιόταν από τις διακυμάνσεις της αγοράς και γι? αυτό ήταν ευάλωτη. Σε περιόδους οικονομικών κρίσεων η μικρή χωρική οικογένεια βρισκόταν σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση, συρρικνωνόταν ή και διαλυόταν, ενώ οι άλλες συλλογικές μορφές είχαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η τελευταία λύση στην οποία προσέφευγε ήταν η μετανάστευση ορισμένων μελών της στην Αμερική, έτσι ώστε να έχει κάποιους πρόσθετους πόρους.
Η χωρική οικογένεια, η μικρή και ανεξάρτητη οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση, υπήρξε παράλληλα με όλες τις μορφές κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης που περιγράφηκαν παραπάνω, μερικές μάλιστα φορές προέρχονταν από αυτές: απόσπαση από την πατριά, εγκατάσταση μελών του τσελιγκάτου, ανεξαρτητοποίηση κολίγων. Συναντιόταν σε όλο τον ελλαδικό χώρο, κυρίως όμως στη νότιο Ελλάδα, όπου, όπως είδαμε, είχε δημιουργηθεί από την 1η αγροτική μεταρρύθμιση.
Δύο σημαντικές παρατηρήσεις που μπορούμε να κάνουμε στις μορφές κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης που μελετήσαμε είναι οι εξής:
1. Από τις τέσσερις μορφές, μόνο η πρώτη, το τσιφλίκι, ήταν στραμμένο κατά κύριο λόγο προς την αγορά, δηλαδή παρήγαγε για να πουλήσει. Αντίθετα, οι άλλες μορφές παρήγαγαν για αυτοκαταναλωτικούς σκοπούς, δηλαδή για να καλύψουν κατ? αρχάς τις διατροφικές τους ανάγκες και εάν υπήρχε κάποιο πλεόνασμα, το προόριζαν στην αγορά.
2. Επίσης μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι τρεις από τις τέσσερις μορφές (το τσιφλίκι, το τσελιγκάτο και η πατριά) ήταν συλλογικές μορφές οργάνωσης και γι? αυτό είχαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις δύσκολες πολιτικο-οικονομικές συνθήκες της εποχής. Αντίθετα, η χωρική οικογένεια, που ήταν ατομιστική, ήταν πολύ πιο ευάλωτη και διαλυόταν πολύ πιο εύκολα.
Μετά την αγροτική μεταρρύθμιση
- Το τσιφλίκι διαλύθηκε και κατατμήθηκε σε πολλούς μικρούς κλήρους που δόθηκαν σε ακτήμονες. Ο τσιφλικάς είχε το δικαίωμα να κρατήσει 300 στρέμματα γεωργικής γης και 1000 στρέμματα βοσκοτόπων και πήρε χρηματική αποζημίωση για τη γη που απαλλοτρίωσε το κράτος.
Οι κολίγοι από τη μεριά τους, έγιναν ξαφνικά ιδιοκτήτες κάποιας γης, την οποία θα έπρεπε να καλλιεργήσουν. Πολλοί από αυτούς βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, διότι δεν είχαν το κεφάλαιο που θα έπρεπε να διαθέσουν για την αγορά των μέσων παραγωγής, δηλαδή ζώα εργασίας, σπόρους, εργαλεία κλπ. Η τοκογλυφία πήρε μεγάλες διαστάσεις, και πολλοί βρέθηκαν σε δυσκολότερη θέση από αυτήν που ήταν πριν την αγροτική μεταρρύθμιση
- Το τσελιγκάτο δέχτηκε το πρώτο πλήγμα μετά την ίδρυση των βαλκανικών κρατών-εθνών, που όρθωσαν σοβαρά εμπόδια στις μετακινήσεις των κοπαδιών. Η αγροτική μεταρρύθμιση επέφερε το μεγαλύτερο πλήγμα, διότι με τη διάλυση των τσιφλικιών (το οργανικό συμπλήρωμα του τσελιγκάτου) και την κατάτμηση της γης που ακολούθησε την αγροτική μεταρρύθμιση δεν υπήρχε πλέον διαθέσιμη γη για χειμαδιά. Οι μετακινήσεις των ζώων δυσκόλεψαν, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις έφερε σε αντίθεση γεωργούς και κτηνοτρόφους. Οι διαδρομές των ζώων περιορίστηκαν και σε αρκετές περιπτώσεις οι κτηνοτρόφοι είχαν πλέον δύο έδρες, μία σε ορεινό χωριό και μία σε πεδινό. Τα τσελιγκάτα σιγά-σιγά διαλύθηκαν και πολλοί νομάδες κτηνοτρόφοι (πρώην σμίχτες) εγκαταστάθηκαν προκειμένου να τους δοθεί γη από την αγροτική μεταρρύθμιση. Όλοι αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν στην εξαφάνιση του τσελιγκάτου, τη μετεξέλιξη της νομαδικής κτηνοτροφίας σε ημινομαδική (δύο έδρες) και τη σημαντική συρρίκνωση της κτηνοτροφίας μικρών ζώων.
- Η πατριά επίσηςδιαλύθηκε στα μέλη της, που ήταν οι πυρηνικές οικογένειες που την αποτελούσαν, διότι η κάθε οικογένεια ήταν ιδιοκτήτης πλέον μιας έκτασης γης.
- Η χωρική οικογένεια είναι ο σχηματισμός που ενισχύθηκε και επεκράτησε. Η αγροτική μεταρρύθμιση ουσιαστικά διέλυσε όλες τις μορφές κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης και ανέδειξε μία και μοναδική, αυτή της ατομιστικής οικογενειακής γεωργικής εκμετάλλευσης, δημιουργώντας χιλιάδες τέτοιες εκμεταλλεύσεις σε όλη την επικράτεια της χώρας.
[1] Κολίγος ή κολλήγος ήταν εκείνος που δεν είχε καμιά ιδιοκτησία γης και δούλευε σε τσιφλίκια. Ήταν κάτω από την οικονομική και κοινωνική εξουσία του τσιφλικά.


.
14:08:19